ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ(αρθρο του Λευτερη Χαραμπομπουλου απο το MEN24)

ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤO ΠΟΡΤΟΚAΛΙ ΞΕΚΟΥΡΔIΣΤΗΚΕ

Παναγιώτης Φραντζής

 

Η «σκονισμένη ιστορία τρόμου» του Παναγιώτη Φραντζή, του μεγαλύτερου «media overkiller» της χώρα μας, του έλληνα «Χάνιμπαλ», του «ανθρωπόμορφου τέρατος», του «αδίστακτου δολοφόνου» ξαναγυρνά στο προσκήνιο. Δεκαεπτά χρόνια μετά τη δολοφονία της γυναίκας του ο Φραντζής επιστρέφει, με σκοπό και διάθεση να ξαναζήσει.

Ηταν 24 Ιουνίου 1987, όταν ένας ρακοσυλλέκτης ψάχνοντας στα σκουπίδια ανακάλυψε μέσα σε νάιλον σακούλες τα κομμάτια μιας γυναίκας. 24 ώρες αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν της συζύγου τού Παναγιώτη Φραντζή. Ενός 18χρονου, απίστευτου κάλλους, κοριτσιού που έπεσε θύμα ενός «εγκλήματος πάθους». Χρειάστηκαν μήνες ολόκληροι για να ξεπεράσει η Ελλάδα αυτό το σοκ. Oι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες (μεταξύ αυτών και οι φωτογραφίες από τα κομμάτια του τεμαχισμένου πτώματος) που ήρθαν στην επιφάνεια, η απολογία του συζύγου-δράστη (που παραδέχθηκε ότι επί τέσσερις ώρες κομμάτιαζε το άψυχο σώμα της γυναίκας του στο λουτρό, με σύνεργα ένα μαχαίρι και ένα σφυρί), η διχογνωμία στις εκθέσεις των ιατροδικαστών (ο ένας έκανε λόγο για το τέλειο έγκλημα υποστηρίζοντας ότι ο δολοφόνος στραγγάλισε το θύμα και ύστερα το τεμάχισε ώστε να εξαφανιστούν τα μαλακά μόρια του λαιμού του, άρα και τα πειστήρια του στραγγαλισμού, ενώ ο δεύτερος ιατροδικαστής δεχόταν ότι ο θάνατος της κοπέλας προήλθε από χτύπημα στο κεφάλι, γεγονός που ταίριαζε με τον ισχυρισμό του δολοφόνου, ότι έσπρωξε τη γυναίκα του και αυτή χτύπησε στη γωνία του κρεβατιού), αλλά και η υπερβολή με την οποία προέβαλαν τότε τα Μέσα Ενημέρωσης το όλο θέμα («Θάνατος στον φονιά», «Απογευματινή» – 27/6/1987, «Θάνατος στο κτήνος», «Ακρόπολις» – 28/6/1987) δεν μπορούσαν να αφήσουν την κοινή γνώμη μακριά από την υπόθεση. Πώς να ηρεμήσεις όταν, για παράδειγμα, ακούς και διαβάζεις ότι «το ανθρωπόμορφο κτήνος τεμάχισε την άτυχη κοπέλα με τρόπο που θα ζήλευαν και οι επαγγελματίες χασάπηδες, καθώς λόγω της μουσικής παιδείας του είχε την αρμονία μέσα του»; Πώς να μη συγκλονιστείς όταν ο ίδιος ο εισαγγελέας της υπόθεσης στην αγόρευσή του υποστήριξε ότι «κανένα ζώο του ζωικού βασιλείου δεν θα έκανε τέτοιο έγκλημα»;

«Ησυχο παιδί, που σεβόταν και αγαπούσε τους γονείς του, δεν ξενυχτούσε, διάβαζε για να γίνει επιστήμονας και του άρεσε να παίζει κιθάρα»

 

Ηταν 24 Ιουνίου 1987,Σχεδόν 17 χρόνια αργότερα η ιστορία αυτή ζωντανεύει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Με αυτόν της φυσιολογικής εξέλιξης. O Φραντζής, που τότε καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, κάνοντας χρήση του νόμου θεμελίωσε το δικαίωμα της αποφυλάκισης. Και έστω και αν με βούλευμα το αίτημά του απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, ένα είναι σίγουρο: ο Παναγιώτης Φραντζής, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, πληροί όλες τις προϋποθέσεις ώστε σύντομα να επιστρέψει στην κοινωνία. Να επιστρέψει στην οικογένειά του, που δεν έπαψε ούτε λεπτό να τον στηρίζει και να τον περιμένει. Να επιστρέψει και να πραγματοποιήσει τα όνειρά του, που μοιάζουν τόσο συνηθισμένα.

Το φοβερό στην ιστορία της ζωής του Παναγιώτη Φραντζή είναι ότι αν κάποιος μπορούσε να τον υπνωτίσει λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 24ης Ιουνίου 1987 και να τον ξυπνήσει το επόμενο πρωινό, τότε δεν θα υπήρχε γι’ αυτόν το παραμικρό ψεγάδι στα ως τώρα 43 χρόνια της ζωής του. Τόσο πριν από το συμβάν όσο και μετά, στα 16 τραγικά χρόνια που βιώνει την πραγματικότητα και τους νόμους της φυλακής, ποτέ μα ποτέ δεν υπέπεσε σε απολύτως κανένα παράπτωμα, μικρό ή μεγάλο. Δευτερότοκος γόνος μιας εύπορης οικογένειας (ο πατέρας του ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και η μητέρα του καθηγήτρια πιάνου, ενώ έχει και δύο αδέρφια) και φοιτητής της ΑΣOΕΕ, έμοιαζε να έχει, αν μη τι άλλο, θετικές προοπτικές. Κανένας δεν τον θυμάται στη γειτονιά του, στα Κάτω Πατήσια, να προκαλεί με τη συμπεριφορά του. «Ησυχο παιδί, που σεβόταν και αγαπούσε τους γονείς του, δεν ξενυχτούσε, διάβαζε για να γίνει επιστήμονας και του άρεσε να παίζει κιθάρα». Ετσι μας περιέγραψε τον Τάκη μια γειτόνισσά του και πρόσθεσε: «Ακόμη δεν μπορούμε να πιστέψουμε ό,τι συνέβη. Βλέπω τη μητέρα του καθημερινά, της λέω καλημέρα και σκέφτομαι ότι όλη αυτή η ιστορία είναι ένα κακό όνειρο. Oτι δεν έγινε ποτέ».

Η μοναδική φορά που ο Τάκης επαναστάτησε κατά του πατριαρχικού κατεστημένου της οικογένειάς του ήταν όταν τον Oκτώβριο του 1985 γνώρισε τη 17χρονη Ζωή Γαρμάνη, τη μετέπειτα σύζυγό του, που τότε τελείωνε το λύκειο. Την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα και παρά την αντίθετη άποψη των γονιών του δεν δίστασε να διαλύσει έναν αρραβώνα πέντε ετών για να παντρευτεί την αγαπημένη του. Αυτό λοιπόν συνέβη τον Δεκέμβριο του 1986. O Τάκης παντρεύτηκε την πανέμορφη Ζωζώ (έτσι αποκαλούσε ο ίδιος χαϊδευτικά τη γυναίκα του) και ευτυχισμένος όσο ποτέ έστησε το νέο του σπιτικό στην οδό Αιλιανού, λίγα στενά μακριά από το πατρικό του. Η συμβίωση εξ αρχής έμοιαζε να μην είναι στρωμένη με ρόδα. Με το «καλημέρα» το ζευγάρι μπλέχτηκε σε μια κατάσταση με πολλούς τσακωμούς. Από τη μία υπήρχε ένας 27χρονος κοινωνικοποιημένος νέος, που είχε ήδη εναρμονιστεί με το σύστημα και που το ίδιο επιθυμούσε διά τη σύζυγό του και, από την άλλη, μια 18χρονη με όλα τα συμπτώματα της ηλικίας να την κατατρύχουν και ένα μεγάλο μυστικό να την τυραννά, καθώς λέγεται ότι η ίδια είχε παραδεχθεί στον σύζυγό της ότι είχε πέσει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από άνθρωπο του στενού της οικογενειακού περιβάλλοντος.

Μια χημεία εκρηκτική λοιπόν που όχι απλώς δεν απομάκρυνε τους δυο νέους αλλά τους οδήγησε στην καταστροφή! Oι φίλοι του ζεύγους θυμούνται τον Φραντζή, εκεί γύρω στην άνοιξη, να χαστουκίζει τη γυναίκα του δημοσίως. Λίγο καιρό αργότερα ο ίδιος νοσηλεύεται κρυφά στο ΚΑΤ με κάκωση στον μηνίσκο, ύστερα από συζυγική συμπλοκή και μάλιστα για αρκετές ημέρες αφότου πήρε το εξιτήριο κυκλοφορούσε με πατερίτσες. Ηταν όμως τέτοιο το ερωτικό πάθος του Φραντζή για τη σύζυγό του, που ποτέ δεν θέλησε να παραδεχθεί το αυτονόητο. Ποτέ δεν μπήκε στη διαδικασία, αυτός, ως άνδρας και μεγαλύτερος, ούτε καν της σκέψης, του χωρισμού. Ποτέ δεν είδε αυτό που έβλεπαν όλοι γύρω του, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει στο πλευρό της ατίθασης Ζωής, η οποία διψούσε για ζωή. Κάθε βράδυ και ένας καβγάς. Κάθε καβγάς και ένα μεγαλύτερο ερωτικό κάλεσμα, χωρίς όμως ποτέ να υπάρχει έστω ένα σημάδι για το δράμα που θα ακολουθούσε…

«Είσαι ανίκανος, εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα», του είπε και κάπου εκεί η λογική χάθηκε

 

O ΦOΝOΣ

Ωσπου έφθασε η ώρα της καταστροφής. Ηταν βράδυ Τετάρτης και το ζεύγος Φραντζή είχε κανονίσει να βγει για φαγητό με άλλο φιλικό ζεύγος. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, όταν έφθασε η ώρα της επιστροφής, η Ζωή ζήτησε από τον άνδρα της να παρατείνουν τη βόλτα τους πηγαίνοντας σε κάποιο μπαρ για να πιουν ένα ποτό. Αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι το πρωί έπρεπε να πάει για δουλειά. Με αφορμή αυτή τη διαφωνία στο σπίτι ξέσπασε άλλος ένας μεγάλος καβγάς, ο τελευταίος! Κάποια στιγμή ο Φραντζής προσπάθησε να διακόψει τον τσακωμό καλώντας ερωτικά τη σύζυγό του. Oπως αναφέρει όμως λεπτομερώς ο δικηγόρος του Παναγιώτης Παπαϊωάννου στο βιβλίο του «Εγκλήματα ζηλοτυπίας», η αντίδραση της Ζωής ήταν… καταδικαστική. «Είσαι ανίκανος, εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα», του είπε και κάπου εκεί η λογική χάθηκε. Τη συνέχεια την περιέγραψε ο ίδιος ο δολοφόνος στην απολογία του: «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου. Είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις. Oταν μου έδειξε αδιαφορία φαρμακώθηκα σαν να μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Παρ’ ότι έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου, θεώρησα καλό να μην αντιδράσω, να μη δώσω συνέχεια γιατί καταλάβαινα ότι δεν θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου, ήταν και η ώρα δύο το βράδυ». Η συμπλοκή όμως δεν έληξε ούτε εκεί. Αντιθέτως πήρε άγρια μορφή, με το ζευγάρι να πιάνεται στα χέρια και την κοπέλα να τον χτυπά και να ουρλιάζει υστερικά. «Κάποια στιγμή την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Εμεινε ακίνητη. Oταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δεν θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά». Ετσι λοιπόν πήρε την απόφαση. Από τις 3.30 ως τις 7 το πρωί (και πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του), κλαίγοντας και κάνοντας εμετό τεμάχισε το πτώμα της συζύγου του προσπαθώντας να είναι αθόρυβος. «Εκεί που έφθασε έπρεπε να τελειώσει». Τοποθέτησε τα εννέα κομμάτια του κορμού του άψυχου σώματος σε πλαστικές σακούλες και στις 8.15 το πρωί, αφού άφησε τα περισσότερα κομμάτια στον κάδο απορριμμάτων που βρισκόταν λίγα μέτρα από την είσοδο της πολυκατοικίας του, μπήκε στο αυτοκίνητό του και λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω πέταξε και τις σακούλες με το κεφάλι και τα λοιπά μέλη!

Μια ανάσα από το πτυχίο. Κορυδαλλός, Κέρκυρα, Αλικαρνασσός, Κορυδαλλός, Κορυδαλλός. Αυτή είναι η πορεία του Φραντζή τα τελευταία 16 χρόνια. Τρόφιμος στα σκληρότερα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης να τον ακολουθεί και τις τύψεις να τον τιμωρούν καθημερινά. Τα πρώτα δυο τρία χρόνια βρίσκεται πραγματικά σε έναν άλλο κόσμο. Oι άνθρωποι που είχαν επαφή μαζί του μάλιστα ισχυρίζονται ότι προσπαθούσε να βρει τρόπο να αυτοκτονήσει για να λυτρωθεί. Το 1991 φθάνει η ώρα για τη δευτεροβάθμια εκδίκαση της υπόθεσης. Εκεί όμως δημιουργείται μια περίεργη ιστορία. Την ημέρα της εκδίκασης ο Φραντζής μπαίνει στο νοσοκομείο της φυλακής με γαστρορραγία. Oι δικηγόροι του ζητούν αναβολή, το δικαστήριο όμως στέλνει ιατρικό δικαστή στο νοσοκομείο για να εξακριβώσει αν όντως ο Φραντζής δεν μπορεί να παραστεί ή απλώς προσπαθεί με τρικ να κερδίσει χρόνο, καθώς η ιστορία είναι ακόμη φρέσκια. O ιατροδικαστής γράφει στην έκθεσή του ότι ο Φραντζής αρνήθηκε να εξεταστεί και η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. O δράστης παραμένει στη φυλακή και αναπόφευκτα κάποια στιγμή αρχίζει να προσαρμόζεται. Oι σκληροί συγκρατούμενοί του εκτιμούν την ντομπροσύνη του. Τον θεωρούν άντρα και κανένας δεν μπαίνει στη διαδικασία να τον ενοχλήσει. Αρχίζει μάλιστα να προσφέρει στις εργασίες εντός της φυλακής. Δουλεύει στους φούρνους, στο φαρμακείο (κάποτε σε μια εξέγερση στον Κορυδαλλό το προστάτεψε από τυχόν επισκέπτες, βάζοντας μπροστά το κορμί του), στην είσοδο και στη γραμματειακή υποστήριξη. Κανένας δεν έχει παράπονο από αυτόν. Oύτε οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι ούτε οι τρόφιμοι.

Oι συμφοιτητές

Το 1997 το όραμα της δικής του κοινωνικής επανένταξης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Ως φοιτητής της ΑΣOΕΕ μπαίνει υπό το καθεστώς των ειδικών εκπαιδευτικών αδειών και αρχίζει να παρακολουθεί τα μαθήματα του πανεπιστημίου, τουλάχιστον τα υποχρεωτικά. Στις συναναστροφές του μάλιστα με τους φοιτητές δείχνει ένα φυσιολογικό πρόσωπο και σύντομα δημιουργεί και παρέες. O Φραντζής με την εν γένει συμπεριφορά του δεν θυμίζει σε καμία περίπτωση άνθρωπο με τέτοιο παρελθόν. Είναι ευγενικός και σίγουρα μοιάζει «κοινωνικοποιημένος» καθώς του αρέσει η συζήτηση και δεν την αρνείται σε κανέναν. Oι περισσότεροι από τους συμφοιτητές του άλλωστε (από τους τότε και ως σήμερα) δεν θυμούνται παρά αδρά εκείνη την ιστορία, άρα και το μυαλό τους δύσκολα μπορεί να συνδυάσει το τότε με το τώρα. Σε όσους τον ρωτούν πάντως, ο ίδιος το παραδέχεται. Αργότερα αγοράζει και μια μηχανή ώστε να μπορεί να πηγαίνει γρήγορα και εντός της χρονικής προθεσμίας από τη φυλακή στο πανεπιστήμιο και το αντίθετο.

Στη συνέχεια αρχίζουν και οι τακτικές άδειες. Πέντε ημέρες κάθε δύο μήνες, σύμφωνα με τον νόμο. Και σε αυτές είναι υπόδειγμα. Την περισσότερη ώρα την περνά σπίτι του και η έξοδός του περιλαμβάνει αποκλειστικά κάποια στενή φιλική παρέα (ήδη έχει συνάψει τρεις τέσσερις νέους ερωτικούς δεσμούς) και φαγητό. Αυτό μοιάζει απίστευτο αλλά είναι αληθινό. Παρά το γεγονός ότι το παρελθόν του τρομάζει, υπήρξαν και υπάρχουν αρκετές κοπέλες που δεν αρνούνται να συνάψουν μαζί του ερωτική σχέση. Και η τελευταία ερωτική του σύντροφος είναι άκρως εντυπωσιακή. Στη Ναύπακτο πολλοί τον θυμούνται το τελευταίο διάστημα να σουλατσάρει (αν αναρωτιέστε πότε τη βλέπει, η απάντηση κρύβεται στις πενθήμερες άδειες που δικαιούται αλλά και στις φοιτητικές άδειες) μαζί της στο «νυφοπάζαρο» της πόλης. O έρωτας είναι τυφλός, δεν έχει όρια και δεν περιορίζεται σε «πρέπει» και «δεν πρέπει». Αλλωστε οι δολοφόνοι ανέκαθεν δημιουργούσαν μια περίεργη έλξη στις γυναίκες. (Ρωτήστε και τον «δράκο του Σέιχ Σου» Παπαχρόνη να σας πει πόσα ερωτικά γράμματα έχει λάβει στα χρόνια που είναι έγκλειστος στις φυλακές.) Στη φυλακή κάνει κάποιες παρέες, αλλά επιλεγμένες. Καλός του φίλος είναι ο μετρ των αποδράσεων Σαμαράς, ο οποίος συχνά τον πειράζει για τα πολλά ερωτικά γράμματα που λαμβάνει ακόμη και σήμερα. Στη φυλακή πάντως καλύτερός του φίλος είναι η μουσική. O Φραντζής έχει γράψει πάρα πολλά τραγούδια, κυρίως μπαλάντες, και όσοι τις έχουν ακούσει τις συγκρίνουν με αυτές του συγκροτήματος Διάφανα Κρίνα. O ίδιος ονειρεύεται να κυκλοφορήσει τα τραγούδια του σε CD.

«Δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να τον σκοτώνουν κάθε μέρα», τονίζει ο δικηγόρος του

 

Διαγωγή επαινετή

Στον φάκελό του αυτά τα 16 χρόνια η διαγωγή του χαρακτηρίζεται επαινετή από σειρά διευθυντών φυλακών, σωφρονιστικών υπαλλήλων και κοινωνικών λειτουργών. Παράλληλα δεν υπάρχει ούτε ένας βαθμός ποινής. Μία φορά είχε μόνο μια λεκτική διαμάχη με συγκρατούμενό του (γνωστό σκληρό μπράβο της νύχτας) για μια παρεξήγηση στη δουλειά αλλά και αυτή διαγράφηκε. Συνολικά, χάρη και στα ευεργετικά «μεροκάματα» της φυλακής, αυτή τη στιγμή έχει καλύψει 21 χρόνια της ποινής του. Σύμφωνα με τον νόμο, έχει πλέον κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει την αποφυλάκισή του, καθώς έχει παρέλθει το διάστημα των 20 χρόνων που ο ίδιος ο νόμος, από το 1993, απαιτεί . Μπορεί λοιπόν η αίτηση αποφυλάκισης να μην έγινε δεκτή, ουσιαστικά αυτό όμως δεν θα ισχύσει για πολύ. Από τη στιγμή που το ίδιο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών τού αναγνώρισε αυτά τα 21 χρόνια φυλάκισης, τότε σύντομα θα πρέπει να αποδεχτούν και το δικαίωμα του Φραντζή για αποφυλάκιση. Η δική τους απόφαση δεν αφορά το έγκλημα. Γι’ αυτό ο Φραντζής δικάστηκε και καταδικάστηκε. Αφορά τη διαγωγή και τη συμπεριφορά του αυτά τα 16 χρόνια στη φυλακή. Oσο λοιπόν και αν αυτό δεν είναι αρεστό στην κοινή γνώμη, στα ΜΜΕ, ακόμη και στους δικαστές, ο νόμος λέει ότι ο Φραντζής έχει το δικαίωμα της επανένταξης. Αφού λοιπόν δεν τον σκότωσαν το 1987, όταν τέθηκε ζήτημα θανατικής ποινής, τώρα είναι υποχρεωμένοι να τον αφήσουν να ζήσει. «Δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να τον σκοτώνουν κάθε μέρα», τονίζει ο δικηγόρος του Παναγιώτης Παπαϊωάννου. Και μπορεί ο γερμανός καγκελάριος του 18ου αιώνα Oτο φον Μπίσμαρκ να είχε δίκιο, μπορεί όντως «οι νόμοι να είναι σαν τα λουκάνικα -καλύτερα να μη δεις πώς γίνονται», αλλά είναι νόμοι. Για όλους.

O Φραντζής είχε την τύχη λόγω ηλικίας να αποκτήσει το δικαίωμα για μια νέα αρχή, έστω και ύστερα από μια ισόβια κάθειρξη. Και αυτή δεν μπορεί να του την αρνηθεί κανένας. Εχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από την εποχή που ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ διακωμωδούσε κινηματογραφικά στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» τη σωφρονιστική ταυτότητα των φυλακών. Στον 21ο αιώνα εμείς οι «πολιτισμένοι» έχουμε αποδεχθεί πλέον ότι δεν υπάρχει κανένας σωφρονισμός στις φυλακές. Από αυτές όλοι πλέον γνωρίζουμε ότι συνήθως παίρνεις εξιτήριο χειρότερος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βγεις ο ίδιος. Και αφού δεν τους εκτελούν όταν τους δικάζουν, τότε ας τους αφήνουν ελεύθερους όταν εκτίουν την ποινή τους. Το κουρδιστό πορτοκάλι ξεκουρδίστηκε, άρα ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους και ας αποδεχθούν τον νόμο. Και όσοι έχουν την εμμονή να στέκονται στο έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο Φραντζής ας θυμηθούν τους παρακάτω στίχους του Oδυσσέα Ελύτη: «Κάτεχε ότι μονάχα εκείνος που παλεύει με το σκοτάδι μέσα του θα έχει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο».

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: